Περιεχόμενα Ημερολογίου 2006

La multsalji anji       Noulu annu cu sanatati
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ - CALENTARU
2006

ΣΕΛΙΔΑ 1
Τα έθιμα των Βλάχων που σχετίζονται με τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και γενικά με του χρόνου τα γυρίσματα είναι πολύ πλούσια και πολλά ανάγουν την αρχή τους σε βάθος χιλιάδων χρόνων. Η επιστημονική τους μελέτη - που για την ώρα λείπει - θα φέρει στο φως και θα αναδείξει έναν τεράστιο πολιτισμικό πλούτο, καρπό της ελληνορωμαϊκής συνύπαρξης στο βαλκανικό χώρο και της συνάντησης δυο μεγάλων πολιτισμών: του ελληνικού και του ρωμαϊκού.

Στο φετινό ημερολόγιο συμπεριλαμβάνονται έθιμα που αποτελούσαν ζωντανή πραγματικότητα στη Βέροια ως τη δεκαετία του '60 και που κάποια επιβιώνουν ακόμη, σε πείσμα της ισοπεδωτικής εποχής μας, σε πολλά βλαχοχώρια. Στα στενά πλαίσια αυτού του Ημερολογίου δεν έχουν συμπεριληφθεί έθιμα που αναφέρονται σε βασικές πτυχές της κοινωνικής ζωής των Βλάχων: στη γέννηση, τη βάπτιση, τον αρραβώνα, το γάμο, το θάνατο. Αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ευρύτερης έρευνας. Γίνεται παρουσίαση εθίμων που αναφέρονται σε μεγάλες γιορτές και αποτυπώνουν τις αλλαγές του χρόνου.

Η παρουσίαση αυτών των εθίμων δε γίνεται με σκοπό την ωραιοποίηση της παράδοσης. Ένα κομμάτι του παρελθόντος κάθε στιγμή πεθαίνει και η υπερβολική προσκόλληση σε αυτό ενέχει τον κίνδυνο μόλυνσης. Παράλληλα, ένα μέρος του παρελθόντος είναι ζωντανό και ζωογόνο, και η αδιαφορία για αυτό δημιουργεί κινδύνους συνέχειας και ταυτότητας. Σκοπός αυτής της παρουσίασης είναι οι μεγαλύτεροι να φέρουν στη θύμησή τους ευχάριστες στιγμές και βιώματα ενός κόσμου ζωντανού ως πρόσφατα που όμως φαντάζει τόσο μακρινός, και οι νεώτεροι να γνωρίσουν δρώμενα, που έχουν σχεδόν χαθεί στον ισοπεδωτικό πολιτισμό μας. Τέλος, για επιστήμονες με λαογραφικά ενδιαφέροντα και κυρίως φοιτητές, ίσως η προσέγγιση των εθίμων των Βλάχων αποτελέσει ερέθισμα για επιστημονική καταγραφή και ενασχόληση.

Πριν γίνει αναφορά στα διάφορα έθιμα των Βλάχων, είναι καλό να γίνει μια σύντομη εξήγηση των ονομάτων των μηνών. Από ετυμολογική άποψη, όλα τα ονόματα των μηνών έχουν λατινική προέλευση. Αρχή του χρόνου παλιότερα, ως το 153 π. Χ , ήταν ο Μάρτιος., που ονομάστηκε από τους Ρωμαίους έτσι για να τιμήσουν το θεό 'Aρη (=Mars-rtis), τον πατέρα του Ρωμύλου και του Ρώμου κατά τη μυθολογία. Martius mensis ή Martsu messu στη βλάχικη γλώσσα , είναι ο Μάρτιος μήνας , προς τιμή του 'Aρη, του θεού του πολέμου, και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτό το μήνα άρχιζαν οι πολεμικές επιχειρήσεις.


Armanlji La Oara, Veria (1914), tzua di Foti
Οι Βλάχοι στην Πλατεία Ωρολογίου (1914), την ημέρα των Φώτων.

Τα ονόματα Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος συνδέονται με την αναγέννηση και την αποκάλυψη της φύσης, την άνοιξη, το μεγάλωμα της ημέρας, τη βλάστηση. Έτσι λόγου χάρη, ο Απρίλιος προέρχεται από το λατινικό ρήμα aperio = αποκαλύπτω και ο Μάιος σχετίζεται ετυμολογικά με το συγκριτικό επίθετο maior, maius = μεγαλύτερος.

Ο Quintilis mensis = πέμπτος μήνας το 44 π.Χ ονομάστηκε Ιούλιος , για να τιμηθεί ο Gaius Iulius Caesar. Και ο Sextilis , ο έκτος μήνας, μετονομάστηκε Αύγουστος, για να τιμηθεί ο Augustus Octavianus. Να σημειωθεί ότι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος έχουν από 31 ημέρες - παλιότερα ο Αύγουστος είχε 30 - , για να τιμηθούν το ίδιο και οι δυο αυτοκράτορες. 
Ο Σεπτέμβριος (septem), ο Οκτώβριος (octo), ο Νοέμβριος (novem) και ο Δεκέμβριος (decem) ονομάζονται έτσι από την παλιά σειρά τους: έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος . Όπως ειπώθηκε, η αρχή του έτους , μετά το 153 π. Χ, μετατοπίστηκε και τοποθετήθηκε στον Ιανουάριο, που ονομάστηκε έτσι από το διπρόσωπο θεό Ιανό. Οι μήνες όμως διατήρησαν τα ονόματα από την παλιά τους σειρά. Ο Φεβρουάριος σχετίζεται ετυμολογικά με το ρήμα februo που σημαίνει: καθαρίζω με τελετές και θυσίες, γιατί στη διάρκεια του μήνα αυτού που ήταν ο τελευταίος γίνονταν καθαρτήριες τελετές (febriae), για το τέλος του χρόνου. Και η ορολογία δίσεκτο έτος είναι λατινική, γιατί κάθε τέσσερα χρόνια οι Ρωμαίοι δεν υπολόγιζαν την επιπλέον ημέρα μετά την 28η ως 29η, αλλά λογάριαζαν την 24η (bis sextum) δυο φορές, για λόγους θρησκευτικούς.

Με τις γιορτές του Δωδεκαήμερου ήταν συνδεδεμένοι οι θρύλοι με τους καλικάντζαρους, τους καρκάντζαλους, όπως τους έλεγαν οι Βλάχοι. Τα μικρά παιδάκια ζούσαν συχνά στην αγωνία, όσο πλησίαζε η πρωτοχρονιά, μήπως και πριονίσουν το δέντρο που στηρίζει τη γη, και κάθε λίγο και λιγάκι έψαχναν στο τζάκι, στους μπουχαρέδες, απ' όπου έλεγαν ότι έμπαιναν στα σπίτια. Τους ξεχνούσαν όμως το βράδυ της πρωτοχρονιάς, όταν από σπίτι σε σπίτι πήγαιναν με το φαναράκι και έψελναν τα κάλαντα. Να σημειωθεί ότι η λέξη κάλαντα, από το λατινικό Calendae , σήμαινε παλιά την αρχή κάθε μήνα, αργότερα έγινε η αρχή του χρόνου και ταυτίστηκε με τα κάλαντα. Τα χειροποίητα με πολύ κόπο φαναράκια, μέσα στη νύχτα συχνά έπαιρναν φωτιά για μεγάλη απογοήτευση των μικρών παιδιών. Έπρεπε να επισκεφθούν τα συγγενικά σπίτια με καλό φανάρι και αναμμένο το κερί. Τα κεράσματα ποικίλα, ανάλογα με τις δυνατότητες και την κοινωνική θέση της κάθε οικογένειας αλλά και τους διάφορους συμβολισμούς. Στα σπίτια των κτηνοτρόφων, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, σκορπούσαν στο πάτωμα στραγάλια και τα παιδιά της οικογένειας τα μάζευαν με το στόμα, για να έχουν βοσκή τα πρόβατα στη διάρκεια του χρόνου.
Μέσα στα βαθιά χαράματα της Πρωτοχρονιάς, στους δρόμους και τα σοκάκια της Βέροιας, ως και τη δεκαετία του '60, έβγαιναν οι λιγουτσιάρηδες. Ντυμένοι με τις βαριές κάπες και φορτωμένοι με πολλές σειρές κουδούνια ( είκοσι οκάδες το παιδί, τριάντα τα κουδούνια), για να εξορκίσουν με τον εκκωφαντικό θόρυβο τα κακά πνεύματα, , πήγαιναν παρέες παρέες σε σπίτια συγγενών και γνωστών και τραγουδούσαν ποικίλα κάλαντα.

Λιγουτσιάρης έρχιτι
Γινάρης ξημερώνει
Φραγκίτσα δω,
Φραγκίτσα κει,
Φραγκίτσα πάειστη βρύση,
με το γκιουρντάνι στο λιμό 
με το σπαθί στη μέση
σα φέτο παλικάρια μου 
σα φέτο και του χρόνου

Τα παιδάκια προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν κάτω από τις χειροποίητες μάσκες κάποιο συγγενικό πρόσωπο, καθώς ο πατέρας τοποθετούσε νομίσματα πάνω στις πάλες, στα γυμνά σπαθιά τους. Μόνο ο αρχηγός ήταν ξέσκεπος. Τα τραγούδια των Λιγουτσιαρέων ήταν ποικίλα: στους τσελιγκάδες μιλούσαν για πρόβατα, στα παιδιά για γράμματα, στους νέους εύχονταν να βρουν ταίρι.

Δυο σημεία στο έθιμο των Λιγουτσιαρέων είναι άξια προσοχής. Αν ένα μπουλούκι από λιγουτσιάρηδες συναντιόταν με ένα άλλο, ακολουθούσε σύγκρουση. Αν υποχωρούσε το ένα και δήλωνε υποταγή, αναγκαζόταν να περάσει κάτω από το σχήμα Π που σχημάτιζε το μπουλούκι που νικούσε με τα σπαθιά του. Αυτό ανακαλεί στη μνήμη μας τη συνήθεια των Ρωμαίων που ανάγκαζαν τους ηττημένους να περνάνε κάτω από τα ακόντιά τους (sub iugulum iacere) σε ένδειξη υποταγής, συνήθεια που οδήγησε αργότερα στις αψίδες του Θριάμβου. Μνεία αυτού του εθίμου κάνουν οι άγγλοι αρχαιολόγοι Wace και Thomson στο βιβλίο τους Νομάδες των Βαλκανίων, οι οποίοι αναφέρουν ότι η σύγκρουση ανάμεσα σε δυο μπουλούκια , στη Βέροια γύρω στα 1911-1914, ήταν τόσο σφοδρή που ένας σκοτώθηκε, και από τότε αυτό το μέρος ονομάζεται "La ligutsiarlu"

Το άλλο αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ οι Βλάχοι της Βέροιας αυτό το έθιμο το έχουν την Πρωτοχρονιά, οι Βλάχοι της Πίνδου και της Θεσσαλίας το Μάρτη, στις Αποκριές. Η εξήγηση είναι φανερή: το έθιμο είχε σχέση με την Πρωτοχρονιά που παλιότερα ήταν η πρώτη του Μάρτη, όπως προαναφέρθηκε. Όταν αργότερα η αρχή του χρόνου μετατοπίστηκε το Γενάρη, οι Βλάχοι της Μακεδονίας μετέφεραν και το έθιμο το Γενάρη, ενώ οι υπόλοιποι το διατήρησαν το Μάρτη. Ορισμένοι το ταυτίζουν με το Rogatsiarlu , τα ρογκάτσια, από το λατινικό ρήμα rogo = ζητώ, και το ανάγουν στους ομίλους οπαδών που, στα ρωμαϊκά χρόνια, γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι ζητούσαν ψήφο στις δημαρχιακές εκλογές. Μελετητές διαβλέπουν στο έθιμο ακόμη αρχαιότερες καταβολές και το συνδέουν με τη γέννηση του Δία και το χορό των Κουρητών, για να μην ακουστούν τα κλάματα του νεογέννητου Δία. Η επιστημονική ανάλυση και διερεύνηση του εθίμου θα επισημάνει τα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα που συμφύρονται στο έθιμο αυτό.

Μόλις ξημέρωνε η Πρωτοχρονιά, πριν να ανατείλει ο ήλιος, οι Λιγουτσιάρηδες επέστρεφαν στα σπίτια τους. Την ίδια ώρα, ο πιο ηλικιωμένος του σπιτιού, ο afendi mari ή η mana marea πήγαινε στη βρύση της αυλής την οποία άλειφε με βούτυρο, κάνοντας τρεις φορές το σχήμα του σταυρού. Ο συμβολισμός είναι φανερός: όπως τρέχει το νερό, έτσι άφθονα να τρέχουν όλο το χρόνο μέσα στο σπίτι τα αγαθά. Την ίδια ώρα, οι γυναίκες ετοιμάζονταν να πάνε στην εκκλησία. Και λέμε οι γυναίκες, γιατί οι άντρες συχνά απουσίαζαν στη στάνη, τουλάχιστον στα κτηνοτροφικά σπίτια, γιατί ήταν η εποχή του γέννου.

Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, γύρω στις δώδεκα, κόβανε την πίτα, που η διαδικασία για να φτιαχτεί ήταν ολόκληρη τελετουργία. Μέσα στην πίτα, πέρα από το φλουρί (fluria), έβαζαν διάφορα σύμβολα με μαγικό χαρακτήρα. Αυτά ήταν ανάλογα με τις ασχολίες της οικογένειας, αλλά και μερικά κοινά σε όλους. Έτσι, ο στύλος του σπιτιού (sturlu di casa) έμπαινε σε όλα τις πίτες. Οι κτηνοτρόφοι έβαζαν τα μαντριά( mandra, caparletzli) , οι κυρατζήδες τη φούρκα (furtutirea) με την οποία φόρτωναν τα ζώα τους, καθώς επίσης και άλλα σημάδια. Την πίτα έκοβε πάντα ο μεγαλύτερος της οικογένειας, ο παππούς ή ο πατέρας, σε τόσα κομμάτια όσα και τα μέλη της οικογένειας, αφού πρώτα έβγαζε μερίδα- στη μέση- για τον 'Aγιο Βασίλη. Στη συνέχεια τη γυρνούσε τρεις φορές και ο καθένας έπαιρνε το κομμάτι που έπεφτε μπροστά του. Ακολουθούσε γλέντι με βλάχικα τραγούδια. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ακλουθούσαν επισκέψεις. Οι μικρότεροι στους μεγαλύτερους και όλοι στον παππού, που ήταν το πιο σεβαστό πρόσωπο.

Ο κύκλος των γιορτών του Δωδεκαήμερου έκλεινε την παραμονή των Φώτων με γενική καθαριότητα, κυρίως στο τζάκι, για να φύγουν τα κακά πνεύματα, οι καλικάντζαροι, και να δεχτούν το αγιασμένο νερό, την ημέρα των Φώτων. Την ημέρα των Φώτων, στον αγιασμό των υδάτων, πολλοί νεαροί Βλάχοι κάνανε διαγωνισμούς και παράβγαιναν στο τρέξιμο με τα πανέμορφα άλογά τους, τα μπινέκια.


ΣΕΛΙΔΑ 2
Ειπώθηκε ότι το έθιμο των Λιγουτσιαρέων παλιά συνδεόταν με το Μάρτη και αργότερα μετατέθηκε στο Γενάρη. Κατάλοιπο όμως αυτού του εθίμου παρέμεινε και το Μάρτη και συνδέθηκε με τα καρναβάλια, μια ακόμη λατινική λέξη ενταγμένη στην ελληνική πραγματικότητα (από το caro-carnis = κρέας και το valeo, δηλ. απέχω από το κρέας, ό,τι ακριβώς σημαίνει και η αντίστοιχη ελληνική λέξη αποκριές). Οι πιο ηλικιωμένοι στη Βέροια θυμούνται τους Βλάχους καπεταναίους, που ως και τη δεκαετία του '30 έβγαιναν στους δρόμους και τις κεντρικές πλατείες της πόλης και ξεφάντωναν με βλάχικους χορούς και ποικίλα δρώμενα, το τριήμερο των αποκριών. Ακόμη ζουν κάποιοι από αυτούς τους καπεταναίους και αποτελούν ζωντανή ιστορία, αυθεντική πηγή για τις παραδόσεις και τα έθιμα αυτού του τόπου, που μέρα με τη μέρα χάνονται.

Το Σάββατο, πριν από την Καθαρή Δευτέρα, ντύνονταν οι καπεταναίοι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι αυτών που θα συμμετείχαν, η παρέα, το μπουλούκι, μετά από πολύωρη διαδικασία που εξελισσόταν σε γλέντι, μεγάλωνε. Οι βασικοί ρόλοι στο δρώμενο ήταν τρεις: οι καπεταναίοι, ντυμένοι με τις κατάλευκες φουστανέλες και με σειρές τα φλουριά, οι μάγκες με μαύρες στολές και τα καμτσίκια στο χέρι, και η βοσκοπούλα, ρόλο που τον υποδύονταν βέβαια άντρας. Την Κυριακή , μετά από ολοήμερο γλέντι, στην Πλατεία Ωρολογίου δινόταν η παράσταση και την Καθαρή Δευτέρα κατέληγαν στην Ελιά, όπου ακολουθούσε χορός με τη συμμετοχή όλων.

Το έθιμο αυτό, που αναβιώνουν τα τελευταία χρόνια πολλοί Σύλλογοι, ήταν κοινό σε όλους τους Βλάχους, με διάφορα ονόματα: καπιταναραίοι, ρουγκάτσια, σουροβάροι, μπαμπουσιάρια κ.ά. Οι παραστάσεις ανήκουν σε μιμικές πράξεις, μαγικού χαρακτήρα, που αποβλέπουν στην πρόκληση της γονιμοποιού ενέργειας της φύσης, που με τον καιρό κράτησαν μόνο το πνεύμα της χαράς και της διασκέδασης. Σε αυτά τα έθιμα επιβιώνουν, όπως ήδη ειπώθηκε, αρχαιοελληνικά διονυσιακά στοιχεία, ρωμαϊκά και κελτικά ( Κατ' αγρούς Διονύσια, Saturnalia, Dies natalis invicti Solis, Calendae, Vota publica κ.ά) και αυτές οι μεταμφιέσεις και τα δρώμενα αρχικά ήταν συνδεδεμένες με την αρχή του χρόνου και είχαν χαρακτήρα καθαρά ευετερικό, δηλ. για να πάει η χρονιά καλά.

Στη Βέροια, ως και τη δεκαετία του '70, οι Βλάχοι έδιναν το χρώμα στις αποκριές, τη λαϊκή αυτή γιορτή , με τους ποικίλους συμβολισμούς. Χαρακτηριστικό αποκριάτικο έθιμο και το 
"Χάσκα". Την Κυριακή της Αποκριάς, μετά το γεύμα , συνήθως στο σπίτι του παππού (afenti mari) όπου μαζεύονταν όλοι, ο νοικοκύρης του σπιτιού, με μια λεπτή κλωστή έδενε ένα κομμάτι χαλβά ή ένα βρασμένο αβγό (ou) και το κρεμούσε στον πλάστη (sutsiala).

Όλα τα μέλη έπαιρναν μέρος και κάθονταν γύρω από το νοικοκύρη, σχηματίζοντας κύκλο. Στη συνέχεια, ο νοικοκύρης, γυρνώντας τον πλάστη, περνούσε το κομμάτι χαλβά ή το αβγό μπροστά από το στόμα του καθενός. Όποιος το έπιανε με το στόμα θεωρούνταν πολύ τυχερός. Όσοι χρησιμοποιούσαν αβγό, με το κέλυφός του σαν ποτηράκι έπιναν όλοι κρασί. Οι ηλικιωμένοι έλεγαν ότι με αυτό το αβγό έκλεινε το στόμα για τη μεγάλη νηστεία που διαρκούσε ως το Πάσχα, οπότε άνοιγε με ένα κόκκινο αβγό. Η κλωστή καιγόταν στη φωτιά με ευχές, όπως: la mults' anji, s' na afla Pashtili sanatoshi = xρόνια πολλά, το Πάσχα να μας βρει γερούς. Από το έθιμα αυτό προέκυψε η παροιμιακή έκφραση: Asantza hasca shi mani palasca. Σε πολλά βλαχοχώρια, κατά το βράδυ, άναβαν φωτιές, σύμβολο ότι έκαιγαν όλες τις κακίες και με καθαρή ψυχή έμπαιναν στη μεγάλη νηστεία (Pareasini mari). Όλο το χωριό χόρευε ώσπου να σβήσει η φωτιά. Τα σκωπτικά τραγούδια γύρω από τη φωτιά, τα δίστιχα με διάθεση κριτικής και η συχνή αθυροστομία ανάγουν τα δρώμενα στα Σατουρνάλια, στους διονυσιακούς θιάσους και στα φαλικά.

Τη μεγάλη εβδομάδα, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, οι γυναίκες πλένουν όλα τα ρούχα και ετοιμάζουν το σπίτι. Τη μεγάλη Τετάρτη πιάνουν το ζυμάρι (acatsa alatlu tra tutu anlu) για όλη τη χρονιά και παράλληλα , το βράδυ ετοιμάζουν τη μπογιά για τα αβγά. Τη μεγάλη Πέμπτη, τα χαράματα - πριν σκάσει η αυγή για να μη σκάσουν τα αβγά - βάφουν τα κόκκινα αβγά. Ένα αβγό το βάφουν, την Τετάρτη το βράδυ, πρώτο και μόνο του για το εικόνισμα του σπιτιού και το κρατούν ως το άλλο Πάσχα. Με αυτό το κόκκινο αβγό σταυρώνουν, το πρωί της Πέμπτης, το πρόσωπο όλων των μελών της οικογένειας, κυρίως των παιδιών, με ποικίλες ευχές: ou aroshiu, fatsa aroshia = κόκκινο αβγό, κόκκινο πρόσωπο, ή ca ou aroshiu shi ca ciatra sanatosu = σαν αβγό κόκκινο και σαν πέτρα γερός, ή gini vinjishi ou aroshiu, sanatosu ca ciatra mi aflashi, sanatosu ca ciatra s' mi alashi= καλώς ήρθες κόκκινο αβγό, γερό σαν πέτρα με βρήκες, γερό σαν πέτρα να με αφήσεις. Την ίδια μέρα, πριν φέξει, κρεμούν έξω από το παράθυρο, μια βελέντζα κόκκινη σαν το αίμα του Χριστού που θυσιάστηκε για τους ανθρώπους, και συνάμα ετοιμάζουν τα επτάζυμα (pani cu shiapti alaturi) και τα τσουρέκια. Τη Μεγάλη Παρασκευή, το απόγευμα πηγαίνουν στο νεκροταφείο και ανάβουν κερί στους δικούς τους για συγχώρεση, ενώ το Μεγάλο Σάββατο το πρωί οι άντρες σφάζουν τα αρνιά, οι κτηνοτροφικές οικογένειες μοιράζουν γάλα στους συγγενείς και στους φίλους, και οι γυναίκες ετοιμάζουν τη μαγειρίτσα, τα λιανώματα. Το Πάσχα, οι Βλάχοι δεν έβαζαν το αρνί στη σούβλα αλλά στο ταψί μαζί με τα λιανώματα, και αυτό γιατί, καθώς έσφαζαν τα αρνιά, άρχιζε το άρμεγμα των προβάτων, και οι άντρες ήταν απασχολημένοι. Αρνιά σούβλιζαν στις καλοκαιριάτικες γιορτές. Εννοείται βέβαια ότι οι γυναίκες συμμετέχουν σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και τα εκκλησιαστικά δρώμενα (στόλισμα επιτάφιου) των ημερών. Το βράδυ της Ανάστασης όλη η οικογένεια μετείχε στην ακολουθία της Ανάστασης, και τσίγκριζαν τα κόκκινα αβγά με ανάλογες ευχές. Στη Βλαχοκλεισούρα, την ημέρα του Πάσχα, κατά τη δεύτερη Ανάσταση, όταν ο παπάς διάβαζε το ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες, οι κτηνοτρόφοι κτυπούσαν τα κουδούνια, για ν μεταφέρουν το μήνυμα στον κόσμο αλλά και παράλληλα για το καλό των κοπαδιών. Η ημέρα του Πάσχα ήταν ημέρα χαράς και διασκέδασης. Στήνονταν μεγάλοι χοροί, γίνονταν επισκέψεις, και σε κάποια χωριά στήνονταν κούνιες για τα παιδιά και όχι μόνο. Την πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα, της Ζωοδόχου Πηγής, οι Βλάχοι της Βέροιας πήγαιναν οικογενειακά στο Ντοβρά, στο μοναστήρι της Καλής Παναγιάς, άναβαν τα κεριά της Ανάστασης, και διασκέδαζαν όλη την ημέρα.

Σε ορισμένα βλαχοχώρια υπήρχε το έθιμο Luna al Pashti = η Σελήνη του Πάσχα. Στο πρώτο γεμάτο φεγγάρι μετά το Πάσχα, όλη η οικογένεια έβγαινε έξω για να παρακαλέσει τη σελήνη για το καλό του σπιτιού. Η μητέρα με ένα ψωμί στο χέρι , με ένα ποτήρι αμίλητο νερό, ένα ποτήρι κρασί και με τόσα κουτάλια όσα και τα μέλη της οικογένειας παρακαλούσε τη σελήνη: Gini vinjishi luna la Pashti, io ca tini shi tini ca mini, barba ata pana di ceptu, barba amea pana di mpadi, cata arina ari mpadi, tuti paratz tu punga alu tati = Καλώς ήρθες φεγγάρι του Πάσχα, εγώ σαν και σένα και συ σαν εμένα, τα γένια τα δικά σου ως το στήθος , τα δικά μου ως το χώμα, όση η άμμος καταγής τόσα τα χρήματα στο κιμέρι του πατέρα.

Να σημειωθεί ότι όταν το Πάσχα έπεφτε αργά, οι Βλάχοι νομαδοκτηνοτρόφοι ετοιμάζονταν για να ανεβούν στα ψηλά θερινά βοσκοτόπια τους, και ιδίως οι Βλάχοι της Θεσσαλίας έπρεπε απαραίτητα στα τέλη του Μάη να είναι στα Γρεβενά στο πανηγύρι του Αγίου Αχιλλείου, από τη μια για να πουλήσουν υφαντά που κατασκεύαζαν οι γυναίκες το χειμώνα και από την άλλη να εφοδιαστούν με τα απαραίτητα για τη θερινή διαμονή τους στα βουνά. Εξάλλου , η θερινή περίοδος λογίζονταν από τον Αγιογιώργη ως τον Αγιοδημήτρη. Γι αυτό συνέβαινε πολλές φορές να περνούν οι Βλάχοι νομαδοκτηνοτρόφοι το Πάσχα στο δρόμο.


ΣΕΛΙΔΑ 3
Το έθιμο Γκαλεάτα = Galeata, που διασώζει πανάρχαιους συμβολισμούς, είναι το πρώτο που γινόταν την καλοκαιρινή περίοδο, 23-24 Ιούνη, του Αγιαννιού, όταν πια οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι είχαν αφήσει τα χειμαδιά και όλα τα κοπάδια είχαν ανεβεί στα βουνά για να ξεκαλοκαιριάσουν. Οι 'Aγγλοι ιστορικοί Wace-Thomson που μελέτησαν τους Βλάχους της Σαμαρίνας από το 1911 ως το1914 παρακολούθησαν το έθιμο και το αποτύπωσαν φωτογραφικά στο έργο τους . Στη Galeata συνδυάζονται στοιχεία από δυο άλλα έθιμα, τον πανάρχαιο Κλήδονα και την Περπερούνα, που επίσης ήταν πολύ συχνό στους Βλάχους, ιδιαίτερα σε περιόδους ανομβρίας. Έτσι , το έθιμο Galeata από τη μια συνδέεται, για τις κοπέλες, με την πρόβλεψη της τύχης, το ριζικό τους, ενώ από την άλλη οι μιμητικές κινήσεις και τα δρώμενα μαγικού χαρακτήρα στοχεύουν στην πρόκληση της ευεργετικής βροχής.

Το έθιμο άρχιζε την παραμονή, 23 Ιούνη, όταν γινόταν η πρόσκληση και μαζεύονταν τα κορίτσια της γειτονιάς ή από το ίδιο σόι. Η πρόσκληση γινόταν από μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία πρόσφατα, στη διάρκεια του χειμώνα, παντρεύοντας το γιο της, είχε γίνει πεθερά. Βέβαια, στο επίπεδο των συμβολισμών, η ηλικιωμένη γυναίκα συμβόλιζε τη μεγάλη μάνα γη, τη majia, τη μάια ,όπως την αποκαλούν οι Βλάχοι, τη θεά τα γονιμότητας, ενώ η νεαρή κοπέλα ήταν η zina, η νεράιδα , η νύφη των νερών, της πηγής της ζωής.

Adunats-v, adunats-v featili
Featili shi suratili
Trâ s' adrâmu galeata nostrâ
Gâleata featilol shi gâleataa nvestilor...

Μαζευτείτε κορίτσια, μαζευτείτε φίλες
Για να στολίσουμε τη γκαλεάτα
Τη γκαλεάτα των κοριτσιών , τη γκαλεάτα των νυμφών...

Μετά το κάλεσμα, έστελναν μια νέα κοπέλα, της οποίας ζούσαν και οι δυο γονείς, να φέρει το «αμίλητο» νερό. Σαν ερχόταν η κοπέλα με το νερό,, στόλιζαν παλιότερα τη γκαλεάτα, ένα κτηνοτροφικό σκεύος, αργότερα ένα γκιουμάκι, με ένα ειδικό λουλούδι, που και αυτό για αυτό το λόγο ονομαζόταν γκαλεάτα (lilitsia di galeata), και οι κοπέλες έριχναν μέσα η καθεμιά ένα ασημικό (βραχιόλι, δακτυλίδι κ.τ.λ.), τα ριζικάρια, γιατί από αυτά θα έβγαινε το ριζικό, η μοίρα κάθε μιας κοπέλας, ενώ τραγουδούσαν. Στο στόλισμα της γκαλεάτας πρωτοστατούσε η πιο έμπειρη και τηρούνταν το ίδιο εθιμοτυπικό, όπως ακριβώς όταν στολίζανε τη νύφη. Για αυτό και συχνά λέγανε τα ίδια τραγούδια.

Ταγιαννιός, γιαννιός ματάκια μ'
Iu va nji dornji asearâ noapte
Sunu meru,sunu peru
Sunu aumbra di tsireshiu...

Ταγιαννιός, γιαννιός ματάκια μ'
Που θα κοιμηθείς απόψε;
Κάτω από τη μηλιά, κάτω από την αχλαδιά, 
Κάτω από τη σκιά της κερασιάς...

Η στολισμένη γκαλεάτα τη νύχτα έμενε στο ύπαιθρο, κάτω από κάποιο δένδρο, για να τη δουν τα αστέρια και να έρθουν οι μοίρες να την ευλογήσουν. 
Την άλλη μέρα, οι γυναίκες έχοντας την γκαλεάτα, πήγαιναν από βρύση σε βρύση, τραγουδώντας 

-Ταγιαννιός, γιαννιός ματάκια μ'
Cocaza sh-ma njicaza,
Iu nchisish di-nji ti adârash
-Anchisii la nοalji frats
noalji frats, gionji ninsurats
ninsurats,niisusits...

-Ταγιαννιός, γιαννιός ματάκια μ', 
Όμορφη κόρη,
Για πού κίνησες και στολίστηκες;
-Κίνησα για τα εννιά αδέλφια,
παλικάρια διαλεχτά,
διαλεχτά και ανύπαντρα
μήτε και αρραβωνιασμένα…

Και συνέχιζαν

-Ταγιαννιός, γιαννιός ματάκια μ'
Iu nji durnjishi asearâ noapte
-Sunu meru,sunu peru
Sunu aumbra di tsireshiu

-Ταγιαννιός, γιαννιός ματάκια μ'
Που κοιμήθηκες χθες βράδυ;
-Κάτω από τη μηλιά, κάτω από την αχλαδιά, 
Κάτω από τη σκιά της κερασιάς…


ΣΕΛΙΔΑ 3
Στις βρύσες που επισκέπτονταν, πάντοτε σε πολλαπλάσιο του 3, 6, 9, έκαναν μιμητικές , μαγικές κινήσεις, για να προκαλέσουν βροχή που τόσο ανάγκη την είχαν οι κτηνοτρόφοι, μια και το χορτάρι, λόγω της εποχής, άρχιζε να στεγνώνει και να καίγεται

- Umbli soarâ, vearsâ frate,
Tr' s' dâmu apâ ali surata,
Tr' s' damu apâ ali cripata.
- Nu niu foami, ca niu seati...

- Γέμισε αδελφή, άδειασε αδελφέ,
να δώσουμε νερό στην αγαπημένη,
να δώσουμε νερό στη σκασμένη
από τη ζέστη γη...
- Δεν πεινώ μα εγώ διψώ...

Στη συνέχεια, άφηναν την γκαλεάτα στη μέση , συνήθως, της πλατείας του χωριού και έστηναν χορό γύρω από αυτήν. Η σειρά με την οποία χορεύουν είναι αυστηρά καθορισμένη. Ο χορός ξεκινούσε συνήθως με το παρακάτω τραγούδι, για το οποίο ο Vasili Tega, στο έργο το « Οι Βλάχοι όπως τους είδαν οι ξένοι περιηγητές», διασώζει τη μαρτυρία ενός Βοβουσιώτη κυρατζή ότι άκουσε αυτό το τραγούδι, το 1870, στο βλαχόφωνο ακόμη τότε Βραδέτο, στο Ζαζόρι, την ημέρα του Αγιαννιού.

A moi featâ la fântânâ, tsets-v voi, ca io nu yinu
tsets-v voi, ca io nu yinu, dada amea mi isusi
dada amea mi isusi, aualtari Dumânicâ
aualtari Dumânicâ, optuli ca asânzâ
optuli ca asânzâ,nelu shi culacu nji adusirâ
nelu shi culacu nji adusirâ,shi tsintsi bairi di flurii
tsintsi bairi di flurii, shi alti ahânti di arubii.

Η αρραβωνιασμένη κόρη δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα των φιλενάδων να πάνε στη βρύση. Και λέει στις φίλες της με χαρά ότι η μάνα της την αρραβώνιασε την Κυριακή που πέρασε και αναφέρει τα δώρα που της έφεραν, δαχτυλίδι, φλουριά, ρουμπίνια. 
Στο τέλος, το γλέντι γενικευόταν. 'Aναβαν φωτιές, καίγανε τα μαγιάτικα στεφάνια, μικροί μεγάλοι περνούσαν πάνω από τις φωτιές. Και αργά, μετά από ξεθεωτικό γλέντι, οι γυναίκες με το ίδιο εθιμοτυπικό ξεστόλιζαν την γκαλεάτα, ενώ οι κοπέλες τραγουδούσαν:

S-nu tsâ para-arâu, gâleata soârâ
Câ multi shoputi nu alâgâmu
Câ di vearâ, ma s-bânâmu
Ma multi va ti alâgâmu...

Μη σου κακοφανεί, αδελφή γκαλεάτα,
Που δε σε πήγαμε σε πολλές βρύσες.
Γιατί του χρόνου την 'Aνοιξη, αν είμαστε καλά,
Θα σε πάμε σε πιο πολλές

Η καθεμιά κοπέλα έπαιρνε λίγο νερό για να λούσει συμβολικά το κεφάλι της, για να περάσουν όλοι οι πόνοι, και διάλεγε το ανάθημά της. Με αυτό κάτω από το μαξιλάρι της το κάθε κορίτσι θα ζήσει στο όνειρο ό,τι επιθυμεί.
Το έθιμο ήδη από τη δεκαετία του 60, καθώς διαφοροποιήθηκαν οι συνθήκες , έπαψε να λειτουργεί. Επιβιώνει σε ορισμένα βλαχοχώρια, όπως Σαμαρίνα, Περιβόλι-κυρίως στους κτηνοτρόφους- ή αναβιώνει από πολλούς Συλλόγους.

Όπως παρατηρεί ο Pouqueville, ανεξάρτητα από τη σκληρή εργασία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η περίοδο αυτή είναι η αγαπημένη για τους Βλάχους, γιατί τους τραβούσαν τα ψηλά βουνά σαν από φυσικό τους. Τη μονοτονία της σκληρής δουλειάς στη διάρκεια του καλοκαιριού, την έσπαγαν οι γιορτές, οι επισκέψεις, οι εκδρομές και οι ποικίλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Στα τέλη του Ιούνη γιόρταζαν τους 'Aγιους Απόστολους( Agiupostolu), τον Ιούλη τον προφήτη Ηλία (Ailielu) και την Αγία Παρασκευή (Sta Vinjirea) , την κατεξοχήν αγία των Βλάχων, που συνδέεται με την Αφροδίτη ( Venus-eris), τον Αύγουστο τη Μεγάλη Παναγία (Stamaria Marea) και το Σεπτέμβρη τη Μικρή Παναγία (Stamaria Njica). Στη διάρκεια αυτών των πανηγυριών οι εργασίες σε ένα βαθμό αναστέλλονται και τα βλάχικα χωριά παραδίδονται στη διασκέδαση. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες αυτές τις γιορτές είναι ο μεγάλος χορός. Τελετουργικός χορός, με λιτές κινήσεις, με μελωδικές αντιφωνίες συμβολίζει τον κύκλο της ζωής και διασώζει στοιχεία από τους πανάρχαιους δωρικούς κύκλιους χορούς. Επίσης, στη διάρκεια αυτών των καλοκαιριάτικων γιορτών, κυρίως της Παναγίας , γίνονταν και οι γάμοι. Μια χρονιά στο Σέλι, 15 γάμοι τελέστηκαν την ίδια μέρα του Δεκαπενταύγουστου.

Οι οικογενειακές επισκέψεις ήταν ενταγμένες στην κοινωνική ζωή των Βλάχων και οι γυναίκες , που η θέση τους είναι ιδιαίτερα σημαντική στη βλάχικη οικογένεια, παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτές τις επισκέψεις. Οι Wace και Thomson καταγράφουν ότι η φιλοξενία είναι το άπαν της βλάχικης ζωής και ότι το οργανωμένο αυτό σύστημα επισκέψεων είναι σχεδόν άγνωστο στην υπόλοιπη Ελλάδα. Επίσης κάθε Βλάχος, όπου και να βρίσκεται , φροντίζει να παραβρεθεί , όταν γιορτάζει η ενορία του ή το χωριό. Όταν γιορτάζει η ενορία , γιορτάζουν όλοι, και οι επισκέψεις αφορούν σε όλα τα σπίτια. Οι εκδρομές και τα γλέντια στο δάσος είναι συχνό φαινόμενο στα βλαχοχώρια, ιδιαίτερα τις μέρες των γιορτών. Έτσι, στο Ξερολέιβαδο πήγαιναν τη δεύτερη ημέρα τον Αηλιά στα Πεύκα (La Cinji), στο Σέλι , την τρίτη ημέρα της Μεγάλης Παναγίας πήγαιναν στη Ντουκάτα ( La Ducata) και στην επιστροφή στο Ντέμο ( La Demlu), στα Εννιάμερα της Παναγιάς πήγαιναν στα Πριόνια (La Prionji), ενώ οι Κουμαριώτες στη Μικρή Παναγιά. Μετά τη Μικρή Παναγία οι Βλάχοι κατέβαιναν στα χειμαδιά και ως τον 'Aγιο Δημήτρη
κατέβαιναν στον κάμπο και οι τελευταίοι βοσκοί. Αυτοί που έφευγαν σταδιακά άφηναν στους φίλους που τους ξεπροβοδούσαν ένα χρηματικό ποσό που λέγεται πινιτάδα, για να γλεντήσουν μετά την αναχώρησή τους με κρέας, ψωμί και κρασί και χορό.


ΣΕΛΙΔΑ 4
Ως τα Χριστούγεννα, μεσολαβούσαν βέβαια κάποιες γιορτές, ευκαιρίες για επισκέψεις.

Να αναφερθεί η συνήθεια των Βλάχων να δένουν τα ψαλίδια την ημέρα του Αγίου Μηνά, συμβολική πράξη για να μην τρώει ο λύκος τα ζωντανά τους.

Τις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες, οι γυναίκες δούλευαν συλλογικά σε κάποιο συγγενικό ή φιλικό σπίτι, και με τα χρόνια αυτά τα νυχτέρια έγιναν πολύ συνηθισμένα.

Επίσης, τα Σαββατόβραδα, αφού τελείωναν οι δουλειές της εβδομάδας, παντρεμένες αλλά κυρίως οι ελεύθερες κοπέλες, μετά από πρόσκληση, πήγαιναν και περνούσαν τη νύχτα σε μια εξαδέλφη, παντρεμένη αδελφή ή φιλενάδα.

 Προσκλήσεις γίνονταν και την Κυριακή.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο που προσκαλείται πρέπει να επιστρέψει σπίτι του την αυγή της επόμενης ημέρας.


ΣΕΛΙΔΑ 5
Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, που οι Βλάχοι τα λένε Cartsiunu , άρχιζαν και οι ετοιμασίες. Τα σπίτια στρώνονταν με ό,τι καλύτερο διέθεταν - και τα βλάχικα σπίτια προκαλούσαν το θαυμασμό για τα υφαντά τους. Ετοίμαζαν διάφορα γλυκά, κουλουράκια, γλυκές πίτες, κανταΐφια, μπακλαβάδες και για τις ανάγκες της οικογένειας και για τα παιδιά που τραγουδούσαν τα κάλαντα.

Οι φούρνοι στις γειτονιές δε σταματούσαν και ο αέρας μύριζε γλυκίσματα. Με πόση χαρά, την παραμονή των Χριστουγέννων, τη νύχτα, τα μικρά παιδιά , κρατώντας ψηλά το αστέρι που με κόπο μέρες ετοίμαζαν, έφεραν το μήνυμα της γέννησης στα συγγενικά σπίτια! Οι βλάχικες γειτονιές της Βέροιας φεγγοβολούσαν από τα περίτεχνα αστέρια (Steua) και αντηχούσαν από τις παιδικές φωνές:

Colinda, melinda,
danji maie, culaclu
ca s'afla Christolu
tu pahnia a boilor
di frica Uvreilor...

Συνήθεια κοινή σε όλους τους Βλάχους ήταν , τα Χριστούγεννα αποβραδίς , να ανάβουν φωτιά στο τζάκι του σπιτιού που τη διατηρούσαν όλη τη νύχτα. Για το σκοπό αυτό έβαζαν ένα μεγάλο κούτσουρο στο τζάκι , διαλεγμένο στο δάσος γι' αυτό το σκοπό. Ο συμβολισμός του, πέρα από πρακτικούς λόγους, είναι προφανής. Ο νεογέννητος Χριστός πρέπει να βρει φωτιά για να ζεσταθεί.

Στη Κλεισούρα της Καστοριάς τη φωτιά τη διατηρούν τρία μερόνυχτα. Αν το κούτσουρο είναι μικρό, το βγάζουν από τη φωτιά και το ανάβουν ξανά την άλλη μέρα και την τρίτη μέρα το καίνε ολάκερο. Το βράδυ των Χριστουγέννων κάνουν τηγανίτες και με το ζυμάρι σχηματίζουν τρεις σταυρούς πάνω στη χόβολη.

Στην Κρανιά Γρεβενών, ακόμη και σήμερα καίνε την Πρωτοχρονιά ένα μεγάλο κούτσουρο, ιδιαίτερα κούφιο, με το συμβολισμό όπως ζεσταίνεται την Πρωτοχρονιά το σπίτι, έτσι να ζεσταίνεται και όλο το χρόνο. Στο βλαχοχώρι του Πάικου Σκρα το κούτσουρο που καίει τα Χριστούγεννα θεωρείται σύμβολο εφέστιας θεότητας ή και της προγονικής δύναμης. Στη Νάουσα τα κούτσουρα που καίγονται τα Χριστούγεννα τα ονομάζουν Καρτσιούνους, όπως ακριβώς οι Βλάχοι ονομάζουν τα Χριστούγεννα (Cartsiunu).

Πολλοί Βλάχοι, κυρίως κτηνοτρόφοι, περνούσαν τις άγιες τούτες μέρες στις στάνες. Και αυτοί όμως ξενυχτούσαν γύρω από τη φωτιά και περίμεναν τη γέννηση του Χριστού. Ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, βλάχος ο ίδιος από το Συράκο, περιγράφει μια τέτοια βραδιά σ' ένα τσελιγκάτο της Πίνδου, όπου ο γεροτσέλιγκας παντρεύει τη φωτιά με ξύλα από διάφορα δέντρα, πανάρχαια συνήθεια κτηνοτρόφων με ποικίλους συμβολισμούς.


Επιμέλεια: Διοικητικό Συμβούλιο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας - Επιστημονική Επιτροπή Συλλόγου Βλάχων Βέροιας

Κείμενα: Γκαλαΐτσης Τάκης

Φωτογραφίες: Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας, Αρχείο Ν. Δ. Σιώκη

Πηγές:

  • Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας

  • Wace - Thomson : Οι Νομάδες των Βαλκανίων

  • Αρχείο Ν. Δ. Σιώκη : Ποικίλα Δημοσιεύματα

  • Γ. Πλατάρη- Τζίμα: Το Σημειωματάρι ενός Μετσοβίτη (1871-1943)

  • Γιώργης Έξαρχος: ΒΛΑΧΟΙ: Μνημεία ζωής και λόγου ενός πολιτισμού που χάνεται

  • V. Berard: Τουρκία και Ελληνισμός, 1890-1892. Μετάφραση, 1987

  • Gustav Weigand: Οι ΑΡΩΜΟΥΝΟΙ (ΒΛΑΧΟΙ), Α τόμος1895. Μετάφραση Kahl Thede, Θεσσαλονίκη 2001

  • Γιώτα Φωτιάδου - Μπαλαφούτη: Εμείς οι Βλάχοι

  • Κώστα Μπίρκα: ΑΒΔΕΛΛΑ

  • Στέργιος Ι. Πουρνάρας: Η Βλαχομηλιά της Πίνδου "Αμερου"